Υπάρχουν βιβλία που προκαλούν οργή, λύπη ή φόβο. Ο Ξένος προκαλεί κάτι πιο δύσκολο να αντέξεις: αμηχανία. Όχι επειδή είναι ασαφές, αλλά επειδή είναι απολύτως καθαρό. Και αυτή η καθαρότητα γίνεται απειλητική.
Ο Αλμπέρ Καμύ γράφει ένα έργο βαθιά δεμένο με τη φιλοσοφία του παραλόγου. Ο Μερσώ, ο κεντρικός ήρωας, δεν είναι κακός άνθρωπος. Δεν είναι ούτε καλός. Είναι απλώς αδιάφορος. Δεν υποκρίνεται συναίσθημα, δεν συμμορφώνεται με κοινωνικές προσδοκίες και δεν προσπαθεί να δώσει νόημα εκεί όπου ο ίδιος δεν βλέπει κανένα.
Η ιστορία ξεκινά με τον θάνατο της μητέρας του. Ο τρόπος που αντιδρά ο Μερσώ δεν σοκάρει επειδή είναι σκληρός, αλλά επειδή είναι ειλικρινής. Δεν κλαίει. Δεν προσποιείται θλίψη. Και αυτό, σε έναν κόσμο που απαιτεί τελετουργικό συναίσθημα, θεωρείται έγκλημα. Το έγκλημα όμως δεν είναι αυτό για το οποίο τελικά θα καταδικαστεί.

Η κοινωνία στο έργο του Καμύ δεν τιμωρεί την πράξη, αλλά τη στάση ζωής. Ο Μερσώ δεν καταδικάζεται επειδή σκότωσε. Καταδικάζεται επειδή δεν έπαιξε τον ρόλο που του αναλογούσε. Επειδή δεν είπε αυτά που έπρεπε, δεν ένιωσε αυτά που «όφειλε», δεν έκλαψε όταν έπρεπε να κλάψει. Η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε ηθικό δικαστήριο συμμόρφωσης.
Η γραφή είναι λιτή, κοφτή, σχεδόν απογυμνωμένη από συναισθηματικούς δείκτες. Ο Καμύ δεν καθοδηγεί τον αναγνώστη. Δεν ζητά συμπάθεια. Απλώς εκθέτει έναν άνθρωπο που αρνείται να πει ψέματα για να γίνει αποδεκτός. Και αυτή η άρνηση είναι η μεγαλύτερη πρόκληση του βιβλίου.
Στο τέλος, ο Μερσώ αποδέχεται το παράλογο του κόσμου χωρίς παρηγοριά. Δεν βρίσκει λύτρωση, δεν αλλάζει, δεν μετανοεί με τον τρόπο που θα έκανε την κοινωνία να αισθανθεί ασφαλής. Παραμένει ξένος μέχρι τέλους. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο παραμένει τόσο ενοχλητικά επίκαιρο.
Ο Ξένος δεν είναι βιβλίο για να ταυτιστείς. Είναι βιβλίο για να αναρωτηθείς πόσα από όσα θεωρείς «φυσιολογικά» είναι απλώς κοινωνικά αντανακλαστικά. Και πόσο εύκολα η αλήθεια μπορεί να γίνει έγκλημα, όταν δεν είναι βολική.
